Η αξιολόγηση δεν μπορεί παρά να είναι τιμωρητική

Η αξιολόγηση δεν μπορεί

παρά να είναι τιμωρητική

Εδώ και 15 χρόνια (νόμος 2525/2007, γνωστός και ως νόμος Αρσένη) η επαναφορά του επιθεωρητισμού στα σχολεία, που για λόγους αποφυγής συνειρμών με το εμφυλιοπολεμικό κλίμα του παρελθόντος ονομάσθηκε “αξιολόγηση”, αποτελεί σταθερή στόχευση του υπουργείου Παιδείας, υπήρξε δε πάντα συνδεδεμένη με την προσπάθεια ολοκληρωτικής πλέον υποταγής του σχολείου στην αγορά, ιδιωτικοποίησης πλευρών της λειτουργίας του, έντασης των ταξικών φραγμών όσον αφορά τους μαθητές (καθιέρωση εξεταστικών μαραθώνιων πανελλαδικού τύπου), αλλά και φασιστικοποίησης γενικότερα της δημόσιας ζωής.

Στην εποχή των μνημονίων, του στραγγαλισμού των εργαζόμενων, της μετατροπής τους σε κανονικό κρέας για τα δουλεμπορικά κάτεργα του κεφαλαίου, της κατεδάφισης κάθε εργατικού δικαιώματος, η αξιολόγηση απεκάλυψε το πραγματικό της πρόσωπο, αυτό της κατατρομοκράτησης, χειραγώγησης, υποταγής και νομιμοποίησης των απολύσεων, αποβάλλοντας κάθε περιττό φτιασίδι περί “ανατροφοδοτικού” του εκπαιδευτικού έργου χαρακτήρα και βελτίωσης των εκπαιδευτικών, με το οποίο προσπαθούσαν να την ντύσουν όλοι οι έως τώρα θιασώτες της.

Πάει και τελείωσε. Τα ψεύτικα λόγια είναι πια περιττά. Η αξιολόγηση αποτελεί ουσιαστικό συστατικό στοιχείο του νέου ενιαίου φτωχολόγιου, διότι μόνον μέσω αυτής εξασφαλίζεται (;) η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των δημόσιων υπάλληλων, των εκπαιδευτικών συμπεριλαμβανομένων και μένει πάντοτε ανοιχτή η πόρτα της πιθανής απόλυσής τους.

Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο Παιδείας έκανε πυρετωδώς τη σχετική προετοιμασία του (Άννα Διαμαντοπούλου: “Η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι ‘’εκ των ων ουκ άνευ’’. Για το θέμα έχει γίνει ολοκληρωμένη δουλειά, που έχει παραδοθεί στον κ. Μπαμπινιώτη, με βάση και τις διεθνείς προδιαγραφές για τους δείκτες αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Υπάρχει νόμος για την αξιολόγηση και ήδη έχει γίνει το πιλοτικό πρόγραμμα για την αξιολόγηση των σχολείων…”). Η προετοιμασία περιελάμβανε εκτός από το τσουνάμι των συγχωνεύσεων-καταργήσεων σχολικών μονάδων, που θα συνεχιστεί και φέτος, και λίστα με αριθμούς ανά ειδικότητα “πλεοναζόντων” εκπαιδευτικών (17.599 μόνο από τη δευτεροβάθμια, σύμφωνα με στοιχεία που ήρθαν στο φως, αλλά φανταζόμαστε ότι ανάλογη λίστα υπάρχει και για την πρωτοβάθμια). Η προετοιμασία αφορά και σε σχετικό σχέδιο ΠΔ, όπως ομολογεί η απερχόμενη υπουργός Παιδείας, για να κοντράρει τον Μπαμπινιώτη, που δηλώνει άγνοια και πετάει πυροτεχνήματα για διαλόγους με τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες από “μηδενική βάση” για να παραπλανήσει τους εκπαιδευτικούς (Μπαμπινιώτης: “οποιοδήποτε προσχέδιο Προεδρικού Διατάγματος για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είχε συνταχθεί στο παρελθόν από υπηρεσιακούς παράγοντες, ούτε είναι σε γνώση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου ούτε τη δεσμεύει”).

“Η διοίκηση έχει συνέχεια και κανείς δεν μπορεί να ξεκινήσει τα πάντα από το μηδέν, γιατί η πολιτική δεν είναι ατομική ιστορία”, συνεχίζει η Διαμαντοπούλου, τραβώντας το χαλί κάτω από τα πόδια του Μπαμπινιώτη. Και έχει δίκιο. Ο Μπαμπινιώτης δεν κινείται σε νομοθετικό κενό. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναφερθεί το ΠΔ για την αξιολόγηση εκπαιδευτικών-εκπαιδευτικού έργου-σχολικών μονάδων, που θα ετοιμαστεί τους επόμενους τέσσερις μήνες, σύμφωνα με την παράταση που δόθηκε έπειτα από ψήφιση σχετικής τροπολογίας, είναι εν πολλοίς καθορισμένο.

Αυτό προκύπτει από τα εξής:

-Από την ίδια τη διατύπωση της τροπολογίας, η οποία κατατέθηκε σε άσχετο νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης. Σύμφωνα με αυτή, με το ΠΔ καθορίζονται “τα όργανα, η διαδικασία και τα κριτήρια της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και η βαρύτητα των επί μέρους κριτηρίων για την προαγωγική εξέλιξη και την αξιολόγηση της θητείας των εκπαιδευτικών σε θέσεις ευθύνης”.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι πρώτον δεν τίθεται απολύτως κανένα ερωτηματικό ως προς την εφαρμογή της αξιολόγησης και δεύτερον θεωρείται βέβαιη η σύνδεση αυτής με την “προαγωγική εξέλιξη”, όπως προκύπτει και από το νέο μισθολόγιο-φτωχολόγιο, το οποίο συνδέει απόλυτα το βαθμό με το μισθό.

Συνεπώς, ουδεμία αξία έχουν οι δακρύβρεχτες δηλώσεις Μπαμπινιώτη για τους νέους εκπαιδευτικούς που δε μπορούν να ζήσουν με 680 ευρώ ή οι δηλώσεις του ότι η αξιολόγηση “έχει καθαρώς διαπιστωτικό-βελτιωτικό και όχι τιμωρητικό χαρακτήρα, ενώ δεν συνδέεται με απολύσεις εκπαιδευτικών”.

-Από τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης έναντι των αφεντικών της τρόικας ότι μέσα στο 2012 θα απολυθούν 15.000 δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ μέχρι και το 2015 θα πρέπει να έχουν πάρει πόδι πάνω από 150.000. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και εκπαιδευτικοί. Οι αριθμοί αυτοί είναι σαφές ότι δεν μπορούν να καλυφθούν μόνο από τις συνταξιοδοτήσεις. Θα καλυφθούν και μέσω των απολύσεων και η νομιμοποίηση αυτής της διαδικασίας στα μάτια της “κοινής γνώμης” θα γίνει μέσω της αξιολόγησης. Αλλωστε, τη φαιά προπαγάνδα κατά των δημόσιων υπάλληλων έχουν φροντίσει να ενισχύσουν δεόντως όλο το προηγούμενο διάστημα τα Μέσα Μαζικής παραπληροφόρησης.

-Από το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο. Σε αυτό περιλαμβάνονται:

1) Ο νόμος 3848/2010: “Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού-καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις”. Ο νόμος προβλέπει την ενεργοποίηση του θεσμού του δόκιμου εκπαιδευτικού επί διετία. Ο νεοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός στο τέλος του δεύτερου έτους αξιολογείται, ώστε να κριθεί αν είναι κατάλληλος να μονιμοποιηθεί. Σε περίπτωση που δεν κριθεί κατάλληλος παραπέμπεται στις διατάξεις του νόμου 1566/1985, σύμφωνα με τις οποίες είτε μετατάσσεται να υπηρετήσει ως διοικητικός υπάλληλος είτε απολύεται.

2) Ο νόμος 2986/2002, που ορίζει ότι η αξιολόγηση είναι περιοδική και αφορά όλους τους εκπαιδευτικούς, ενώ καθορίζει και την αξιολογική πυραμίδα και μέρος της διαδικασίας της αξιολόγησης, καθώς και τους γενικούς της στόχους.

-Από το ασφυκτικό πλαίσιο του “νέου σχολείου”, δηλαδή του σχολείου της αγοράς, της ιδιωτικοποιημένης λειτουργίας, της εμπέδωσης απλά των απαραίτητων “δεξιοτήτων για τον 21ο αιώνα”, σύμφωνα με τις υποδείξεις του ΟΟΣΑ και του ντόπιου και ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Στο πόνημά του αυτό, το υπουργείο Παιδείας, επισημαίνει στο σχετικό κεφάλαιο, ότι η αυτοαξιολόγηση/αξιολόγηση της σχολικής μονάδας αφορά τομείς που σχετίζονται: 1) Με τους πόρους της σχολικής μονάδας (υλικοτεχνική υποδομή, οικονομικοί πόροι, ανθρώπινο δυναμικό). Δεδομένου ότι η χρηματοδότηση των δημόσιων σχολείων είναι κρατική, είναι σαφές, ότι η παραπάνω διατύπωση αναφέρεται σε πρόσθετους πόρους, που βεβαίως θα προέρχονται από “τρίτους”, δηλαδή γονείς, ιδιώτες, επιχειρήσεις. Αλλωστε, η δραματική μείωση των δαπανών για την Παιδεία εκεί ακριβώς οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια. 2) Με τη διοίκηση της σχολικής μονάδας. Ο διευθυντής-μάνατζερ καθίσταται υπερόργανο και αξιολογητής και ο σύλλογος διδασκόντων διακοσμητικό στοιχείο. Η αξιοποίηση των οικονομικών μέσων και πόρων αποτελεί στοιχείο της αξιολόγησης της σχολικής μονάδας. 3) Με την υλοποίηση του προγράμματος χωρίς απώλεια διδακτικών ωρών. Κοντολογίς, φωτογραφίζονται οι μαθητικές καταλήψεις και οι απεργίες των εκπαιδευτικών. Τα σχολεία που πρωτοστατούν στον αγώνα θα βαθμολογούνται κάτω από τη βάση. 4) Με την ανάληψη και εκπόνηση των λεγόμενων “καινοτόμων δράσεων και προγραμμάτων”, που ανοίγουν το δρόμο για την κατηγοριοποίηση των σχολείων και την απρόσκοπτη είσοδο των επιχειρήσεων και των κάθε λογής εταιριών-δημιουργών εκπαιδευτικών προγραμμάτων στα σχολεία με το αζημίωτο. 5) Με τα αποτελέσματα (φοίτηση, επίδοση, ατομική-κοινωνική ανάπτυξη μαθητών). Είναι σαφές ότι επιχειρείται να ποσοτικοποιηθεί μια πολύπλοκη διαδικασία, όπως είναι η μαθησιακή διαδικασία, ενώ πετιέται στα σκουπίδια η ταξική προέλευση των μαθητών, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο στη συμμετοχή τους, στα ενδιαφέροντά τους, στην “απόδοσή” τους, στην εξέλιξή τους. Παράλληλα, το παραπάνω κριτήριο οδηγεί σε μεθόδους “αντικειμενικής μέτρησης” της επίδοσης των μαθητών, που σχηματοποιούνται με πανελλαδικά τεστ, πανελλαδικές εξετάσεις, κ.λπ. δηλαδή με την καθιέρωση πρόσθετων ταξικών φραγμών.

ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ

ΜΙΑ “ΚΑΛΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ”;

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι ο “διάλογος” είναι απλά μια τρικλοποδιά που επιχειρεί να βάλει το υπουργείο Παιδείας (εγκαινιάζοντας διά του Μπαμπινιώτη νέα τακτική) στους εκπαιδευτικούς. Είναι στάχτη στα μάτια τους, με σκοπό αυτοί να αποκοιμηθούν, ενώ το υπουργείο θα προετοιμάζει πυρετωδώς την καρμανιόλα για να τους αποκεφαλίσει διά της αξιολόγησης.

Σ’ αυτό το διάλογο έτρεξαν να πάρουν μέρος πρόθυμα οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές, διευκολύνοντας για πολλοστή φορά το σύστημα, το υπουργείο Παιδείας στο εργατοκτόνο και αντιεκπαιδευτικό τους έργο. Παράλληλα, αφού όλο το προηγούμενο διάστημα κράτησαν τους εκπαιδευτικούς στο σκοτάδι και την αδράνεια, προσπαθούν να σφηνώσουν στα κεφάλια μας την ιδέα ότι μπορεί στο σύστημα που ζούμε να έχουμε μια καλή αξιολόγηση, μια αξιολόγηση που θα είναι σε όφελος του εκπαιδευτικού και του σχολείου.

Για να απαντήσουμε σε αυτή την αυταπάτη ας δούμε καταρχήν τι σχολείο έχουμε και σε ποια κατεύθυνση αυτό “αναμορφώνεται”.

Έχουμε ένα σχολείο ανταγωνιστικό, όπου οι μαθητές διαγκωνίζονται όχι για να ρουφήξουν τη γνώση, αλλά για να πετύχουν καλύτερους βαθμούς, ένα σχολείο που στραγγαλίζει την προσωπικότητα και βάζει φρένο στην ανάδειξη και ανάπτυξη των ιδιαίτερων ικανοτήτων και χαρισμάτων των μαθητών, που κατευθύνει και εμμένει πεισματικά στην αποστήθιση πληροφοριών, πολλές φορές ασύνδετων, περιττών, αναχρονιστικών, ένα σχολείο με ανεπαρκή ή και άθλια υλικοτεχνική υποδομή. Ένα σχολείο που μηρυκάζει ιδεοληψίες, αντιδραστικές και ανιστόρητες απόψεις και επαινεί συμπεριφορές, που κάθε άλλο παρά σε σκεπτόμενο άνθρωπο προσιδιάζουν, μαχητή και διεκδικητή της ζωής.

Κανείς, ούτε μαθητής, ούτε εκπαιδευτικός δεν είναι ευχαριστημένος μ’ ένα τέτοιο σχολείο. Ούτε, βέβαια, γονιός, ο οποίος, μάλιστα, το πληρώνει και αδρά, αφού η δωρεάν Παιδεία έχει από χρόνια καταστεί ένα πουκάμισο αδειανό.

Δεν είναι, λέει, ευχαριστημένο ούτε το υπουργείο Παιδείας. Γι’ αυτό και ετοιμάζει ένα σχολείο χειρότερο από αυτό. Η γνώση απαλείφεται ακόμη και ως όρος από τα περισπούδαστα κείμενα των εγκεφάλων του. Τώρα μιλάμε μόνο για κατάκτηση δεξιοτήτων. Ο μαθητής χρειάζεται να ξέρει λίγα ελληνικούλια, λίγα αγγλικούλια, να ξέρει κάτι από μαθηματικά και φυσικές επιστήμες και να γνωρίζει τη χρήση των Η/Υ. Διότι έτσι χρειάζεται τον εργαζόμενο το κεφάλαιο τη σήμερον ημέρα: αναλώσιμο. Το περιθώριο αυτό του το έχει δώσει η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας και της πληροφορικής, που πέρασε μεγάλο μέρος της γνώσης στις μηχανές. Γιατί, λοιπόν, το κράτος των αστών να ξοδεύει πολλά για τους μελλοντικούς του εργαζόμενους, όταν αυτοί θα χρειάζεται να μην σκέφτονται ή να σκέφτονται ελάχιστα για να ανταποκριθούν στην εκτελεστική εργασία που θα τους αναθέτει κι όταν τα λίγα στελέχη που χρειάζεται για να επανδρώσουν την παραγωγή και τους κρατικούς μηχανισμούς έτσι κι αλλιώς τα εξασφαλίζει από τις τάξεις των προνομιούχων; Εξ ου και το φθηνό σχολείο, η εξαφάνιση σχεδόν της κρατικής επιχορήγησης της δημόσιας εκπαίδευσης, τα ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια στη λειτουργία των σχολείων, αλλά ακόμα παραπέρα και το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και τα τρία έτη σπουδών της Μπολόνια.

Στην κατεύθυνση αυτή εντάσσονται και οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στο εξεταστικό σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, που υψώνουν ανυπέρβλητους ταξικούς φραγμούς όχι μόνο για την πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο, αλλά και για την αποφοίτηση από το Λύκειο. Και βέβαια, αυτό το σχολείο, που προετοιμάζει τον φθηνό και αναλώσιμο εργαζόμενο, τον φοβισμένο και υποταγμένο στην ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου για μέγιστο κέρδος, χρειάζεται και ένταση του αυταρχικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα λειτουργεί. Οι διευθυντές-μάνατζερ, αξιολογητές και πειθαρχικοί προϊστάμενοι, η πλήρης περιθωριοποίηση του συλλόγου διδασκόντων, η ενεργοποίηση του θεσμού του δόκιμου εκπαιδευτικού, εκεί ακριβώς στοχεύουν.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η αξιολόγηση θα κληθεί να υπηρετήσει συγκεκριμένους στόχους. Κοντολογίς, θα κρίνει το δάσκαλο κατά πόσο είναι διατεθειμένος να βάλει πλάτη σ’ αυτό το ανοσιούργημα.

Όλα τούτα έρχονται απλά να εξηγήσουν και να ενισχύσουν μια αλήθεια. Ότι το σχολείο είναι ισχυρός ιδεολογικός μηχανισμός του αστικού κράτους, μηχανισμός αναπαραγωγής των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής. Η αστική τάξη δεν θα επιτρέψει ουδεμία παρέκκλιση πάνω σ’ αυτό. Η οποιαδήποτε χαλάρωση της σιδερένιας τανάλιας του, αποτέλεσμα μακροχρόνιων και δυναμικών αγώνων της εκπαιδευτικής κοινότητας και του λαού, αφήνουν ανεπηρέαστο τον πυρήνα και την ουσία του.

Αν θέλουμε ν’ αλλάξουμε το σχολείο, πρέπει ν’ αλλάξουμε την κοινωνία, πρέπει ν’ ανατρέψουμε τον καπιταλισμό.

Οι εκπαιδευτικοί έχουν κάθε λόγο ν’ αντιδρούν στην αξιολόγηση, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι χειραγώγηση και υποταγή. Μια αξιολόγηση πρέπει να επιδιώκουν μέσα σ’ αυτό το σύστημα: Κατά πόσο προωθούν με τη δουλειά τους, με τη στάση ζωής τους, με τους αγώνες τους τα συμφέροντα των παιδιών της εργατικής τάξης, τα συμφέροντα της εργαζόμενης κοινωνίας.

Γιούλα Γκεσούλη